5.8.10

The Coupling Of Passion And Erotic Lusts

photo by penthesila



A touch of skin soft and slippery,
With the hint of hint of sweat.
We fought our resistance beneath the cool sheets,
As the wind flowed from the window above us.
Eyes met briefly and begged for the chance,
To abandon all of our uncertainties.
You began your work on my lips,
Probing gently as if drawing sex,
From a deep well of longing and need.
Then heated tongues met in the midst,
Of hot and quickening breath.
And greedily we drank the wine of our lusts.
Then intoxicated with those spirits,
Our clothes found resting place on the floor.
Piece by piece,
Until there were no hiding places,
For the two glistening and wanting bodies.
Hunger revealed in this hot moment.
Then skin meshed with skin,
As the floor became the stage.
You moved atop of me easily,
And lowered yourself gently.
Kissing me as I was filled with you.
As a gasp broke the kiss,
Your hands stroked the stray strands,
Away from my forehead, then became entangled.
Our slow rhythm gave way,
To urgent and demanding thrusts of passion,
As I arched my body for your comfort,
And you threw me into ecstasy,
With the strength of your blows.
You left me screaming and soaked,
In oblivion again and again,
As you growled my name from the back of your throat,
And our bodies both demanded more,
Each giving to the other,
High on the fluids of foreign substance.
I grasped, then released you,
Grasped then released you,
In effort to relieve you of your control.
The taste of your skin between my lips,
Was like no other.
To hear your cry of mercy,
When my teeth met your warm skin,
Was more breathtaking than you knew.
Yet I still released the control to you.
As you wound your hands in my hair,
And pulled until the flesh on my neck was taut,
You moved with one final and breaking blow,
Forcing our way to the peaks of bliss,
Leaving our screams to echo on like battle cries.
I welcomed the weight of you to crush me,
As you collapsed on top of me,
Still hot and burning,
And I glowing like an ember,
Casting a welcome light,
Should you seek my gifts again.

by Temptress

23.7.10

Ready For Love


Take my hand and lead the way;
tell me all you want to say.
Whisper softly in my ear,
all those things I want to hear.
Kiss my lips and touch my skin;
bring out passions deep within.
Pull me close and hold me near;
take away my pain and fear.
In the darkness of the night,
be my beacon, shine your light.
In the brightness of the sun,
show me that you are the one.
Give me wings so I can fly;
for I can soar when you're nearby.
Enter my heart, break down the wall,
it's time for me to watch it fall.
I've been a prisoner, can't you see?
Break my chains and set me free.
Strip me of my armor tight;
you'll find I won't put up a fight.
Release my soul held deep within . . .
I'm ready now, let love begin.

by Ruth Kephart

16.6.10

Η νύχτα στο νησί



‘Ολη τη νύχτα κοιμήθηκα μαζί σου
κοντά στη θάλασσα, στο νησί.
‘Ησουν άγρια και γλυκιά ανάμεσα στην ηδονή και στον ύπνο
ανάμεσα στη φωτιά και στο νερό.
‘Ισως πολύ αργά
ενώθηκαν τα όνειρά μας,
στα ψηλά ή στα βαθιά,
στα ψηλά σαν κλαδιά που κουνάει ο ίδιος άνεμος,
στα χαμηλά σαν κόκκινες ρίζες που αγγίζονται.
‘Ισως το όνειρό σου
χωρίστηκε από το δικό μου
και στη σκοτεινή θάλασσα
με έψαχνε
όπως πρώτα
όταν δεν υπήρχες ακόμα,
όταν χωρίς να σε διακρίνω
έπλεα στο πλάι σου,
και τα μάτια σου έψαχναν
αυτό που τώρα
- ψωμί, κρασί, έρωτα και θυμό -
σου δίνω με γεμάτα χέρια,
γιατί εσύ είσαι το κύπελλο
που περίμενε τα δώρα της ζωής μου.
Κοιμήθηκα μαζί σου
όλη τη νύχτα, ενώ
η σκοτεινή γη γυρίζει
με ζωντανούς και νεκρούς,
και σαν ξύπνησα ξάφνου
καταμεσής στη σκιά
το μπράτσο μου τύλιγε τη μέση σου.
Ούτε η νύχτα, ούτε ο ύπνος
μπόρεσαν να μας χωρίσουν.
Κοιμήθηκα μαζί σου
και ξύπνησα με το στόμα σου
βγαλμένο από τον ύπνο
να μου δίνει τη γεύση από τη γη,
από τη θάλασσα, από τα φύκια,
από το βάθος της ζωής σου,
και δέχτηκα το φιλί σου
μουσκεμένο από την αυγή
σαν να έφθανε
από τη θάλασσα που μας περιβάλλει.

Pablo Neruda

24.3.10

Το Φαντασμα της Αξοδευτης Αγαπης


Αν στέρηση είναι να μην έχεις αυτό που επιθυμείς,
ανικανοποίητο είναι να έχεις μεν αυτό που επιθυμείς,
αλλά να μη σου προσφέρει τη γεύση που περίμενες να σου προσφέρει.
Η απόκτησή του να αποδεικνύεται απογοητευτική.
O άνθρωπος σήμερα μαραίνεται μέσα στην εποχή του ανικανοποίητου.
Κι αν,
όταν στερείσαι,
μπορείς να ονειρεύεσαι και να προσδοκάς,
μέσα στην ανικανοποίητη καθημερινότητα και τις απανωτές απογοητεύσεις
-όχι απ' αυτά που δεν έχεις αλλά απ' αυτά που έχεις-,
δεν ξέρεις πια τι ακριβώς να επιθυμήσεις.
Από παντού ακούς χείλη πικρά να συμπεραίνουν πως δεν υπάρχει συναίσθημα,
δεν υπάρχει φιλία,
δεν υπάρχει εμπιστοσύνη,
αξίες,
φιλότιμο.
Οι άνθρωποι παραπονιούνται πως δεν τους αγαπούν.
Είναι εξάρτηση να περιμένεις από τους άλλους να σου χαρίσουν την αγάπη.
Η αγάπη όντως είναι η μεγάλη πλήρωση της ύπαρξης,
αλλά μόνο όταν πρόκειται για αγάπη που δίνεις.
Όσο κι αν αγαπιέσαι,
το ανικανοποίητο θα επιμένει ζοφώδες στην καρδιά,
αν αυτή η καρδιά δεν μπορεί να αγαπήσει.
Γεμίζουμε μονάχα απ' την αγάπη που εμείς δίνουμε,
από την πίστη που ασκούμε,
από όσα δικά μας χαρίζουμε.
Ακόμη κι η ψυχή διά της απωλείας της κερδίζεται.
Είναι μοίρα ή ελεύθερη επιλογή η ικανότητά μας στο συναίσθημα;
Πρέπει να είναι ελεύθερη επιλογή,
γι' αυτό και η καρδιά είναι διαρκώς θυμωμένη με τον μίζερο εαυτό μας που τη στενεύει.
Κι αν είναι δύσκολο να βρίσκουμε αγάπες,
είναι πολύ πιο δύσκολο να αγαπάμε
· προϋποθέτει μεταστροφή της εγωιστικά εκπαιδευμένης προσωπικότητάς μας κάτι τέτοιο.
Όσο την αρνούμαστε τη μεταμόρφωση,
η επιδημία της ανίας και της κατάθλιψης εξαπλώνεται,
σαν φάντασμα στοιχειώνει τη ζωή μας.
Λέγεται πως:
"Μελαγχολία είναι η αξόδευτη αγάπη…"


ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΑΞΟΔΕΥΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

16.3.10

Τηλεφωνήματα και ενοχές



.. Ήρθες λοιπόν πάλι βραδάκι, κάθησες απέναντί μου, με κοίταξες και είπες,
" Σπέρνεις πράγματα μέσα στους άλλους".
Αν δεν ήσουν τόσο καλοσυνάτος, θα'λεγα πως μου ζητούσες το λόγο.
Καθόσουν εκεί απλός-απλός. Απλός σαν κουρασμένο εφηβικό χέρι, σαν εφηβική αγορίστικη έξαψη, σαν κομμάτι ψωμάκι ξεχασμένο από παιδί.
Δεν φοβόσουν να κοιτάς στα μάτια.
Αυτή τη φορά όμως ήσουν αδέξιος.
Με μια αδεξιότητα συγκινητική που με την ώρα αύξανε, που μου προξενούσε λίγο λίγο κι εμένα αμηχανία.
Ήρθε γρήγορα κάποια στιγμή που ένιωσα πως πνίγομαι από αόρατο, άηχο, αλλά απίστευτα απτό παλιρροικό κύμα που από το μέρος σου, από μέσα σου, ανάβρυζε, σηκωνόταν κι ερχόταν καταπάνω μου θερμό, απειλητικό κι αναπότρεπτο.
Εφιαλτικό σχεδόν.
Τροπικό κύμα, πράσινο, που πλησίαζε με απειλητική ανάγκη - τίνος από τους δυό μας μεγαλύτερη;- να μ'ανασηκώσει και να με τραβήξει προς τη μεριά σου σαν μακρόστενη σανίδα, σαν βαρκούλα ή καρυδότσουφλο.
Αιφνίδια, επιθύμησα να σηκωθείς και να φύγεις.
Ευχόμουν να φύγεις αμέσως.
Όχι σαν κακό να φύγεις, αλλά σαν καλό ανυπόφορο.
Θα πνιγόμουν αλλιώς.
Από την απαίτησή σου την αόρατη και υπερβολικά αισθητή.
Η απαίτησή σου γρήγορα ακούστηκε στο δωμάτιο σαν πρόκληση:
"Να πάμε μια βόλτα. Στη θάλασσα".
Τόσο αδέξια ακούστηκε η ευγενική πρόσκλησή σου,
που αποκαλύφθηκε η σχεδόν βίαιη απαίτηση.
Δεν φοβόμουν εμένα,
όπως συνήθως γράφουν τα αισθηματικά ρομάντσα,
εσένα φοβόμουν.
Δεν επιτρέπεται να είναι κανείς τόσο απροστάτευτος.
Τόσο απροσποίητος.
Δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί ελεύθερα ανάμεσά μας τόσο διάφανος.
Πληγώνει.
Σε κάθε σου απόπειρα για προσποίηση, η γλυκιά σου αδεξιότητα της έσχιζε αυτόματα τη χάρτινη μάσκα.
Ο ίσκιος σου έπεφτε πάνω μου δυνατός.
Είναι μεγάλη δύναμη να φανερώνεις έτσι την αδυναμία σου...
...Όταν επιτέλους σηκώθηκες να φύγεις, ανακατώθηκε η ανακούφισή μου με τη θλίψη. Στεκόσουν μπροστά μου να με καληνυχτήσεις, να υποσχεθούμε, να φιληθούμε στο μάγουλο, να βεβαιώσουμε.
Στεκόσουν παιδικά άπειρος,
πολύ ψηλός και μπερδεμένος με το τι να κάνεις τα χέρια σου,
γυάλινα εύθραυστος,
παραδομένα αδέξιος,
πολύ κοντά μου,
και επανέλαβες εκείνη την έρμη την πρόσκληση για βόλτα βασανιστικά αμήχανα. Βασανιστικά για σένα, βασανιστικά για μένα.
Είμασταν πια κατάκοποι.
Και το μάγουλό σου, όπως έσκυβε έμοιαζε με φεγγαρένια φλούδα της νύχτας να γέρνει και να μου προσφέρεται.
Να δώσει, αλλά πιο πολύ να πάρει τρυφερότητα, κι αυτό σε έκανε ακόμα πιο σπαραχτικό. Νωπή φλούδα, μυστική, βελουδένια.
Ήσουν ολάκερος σε κάθε απόσπασμά σου.
Τα μάτια σου, τα μάτια σου τα ασκημένα στη μοναξιά,
τα στραμμένα προς το άβατο έρεβός της, τα στραμμένα προς εμένα, τα πήρες επιτέλους από πάνω μου, τα πήρες κι έφυγες.
Ακούμπησα στην πόρτα που σου έκλεισα λαχανιασμένη από την κούραση να προσποιούμαι την ξέγνοιαστη, τη γελαστή.
Το στόμα μου έπαψε απότομα να χαμογελά.
Ο πόθος,
λοιπόν,
και το χειρότερο:
η ανάγκη
Κι από την άλλη μέρα είδα την πόρτα της ζωής ν'ανοίγει και να με τραβάει πάλι μέσα...
...Φεύγοντας τα πήρες όλα μαζί σου και μ'άφησες πίσω μ'αυτή που δεν ήμουνα σαν αποφόρι. Θα'πρεπε να ξαναμάθω τη ζωή.
Να ξαναμάθω το θάνατο.
.Τη μουσική.
Τίποτα δεν είχε σχέση καμιά με το χθες.
Ούτε εγώ σχέση καμιά με μένα.
Όλα μετονομάσθηκαν.
Έχασα ό,τι ξέρω.
Θα μ'αναγνωρίζουν όσοι με γνώριζαν;
Πώς θα συνομιλώ με τους άλλους;
Δεν είχα πια όνομα, είχα όμως το όνομά σου.
Μέσα στη ζωή.
Μετά από αιώνες στην έρημο και στη βαβέλ, στην άγονη έρημο και στους τυφλούς τοίχους.
Η υγεία πονάει πολύ, άμα έχεις κάνει αιώνες άρρωστος.
Σ'ευχαριστώ που με πέρασες από την Ωραία Πύλη της ανατροπής μου.
Χάρη σ'εσένα κέρδισα τη μεγαλοψυχία που νιώθουμε όταν αδιαφορούμε.
Με όλους μεγαλόψυχη, επιεικής σαν απόμακρη, ελεύθερη από απαιτήσεις μια και όλες έγιναν η ανάγκη η δική σου.
Η μόνη και η κύρια και δεν χρειάζομαι άλλο τα άλλοθι...
...Πήρες τα μισητά ουρλιαχτά μου, τα βουβά, και τα έκανες μουσική, όλη να αντηχώ στις ηλεκτρικές νύχτες, δίκαιη, αρμονική, πειστική.
Να μη ντρέπομαι.
Να μπορώ να μ'αγαπάω.
"Γίνονται αυτά με δυο μόνο συναντήσεις;
Γίνεται σ'ένα απόγευμα μια αναγέννηση;"
ρωτούσα κατάπληκτη κάποιον φίλο που γνωρίζει απ'τον μυστικισμό της αγάπης.
"Και σε μια ώρα, και σε ένα λεπτό γίνεται η Συνάντηση".
"Και μπορεί να διαρκέσει για πολύ;"
"Και για πάντα".
Η μόνη λύση είναι ο έρωτας, έγραφε εκείνος ο ποιητής που μελετούσε άγρυπνος των ονείρων την παράλογη ελευθερία.
Ο έρωτας που δεν νικιέται από τίποτα.
Αδύνατον να τον διώξεις άμα σε κυριεύσει, αδύνατον να τον κυριεύσεις άμα σε αγνοεί.
Δεν κυνηγιέται, δεν κερδίζεται, δεν ξεφεύγεις με τίποτα άμα σε διαλέξει.
Σ'αφήνει, μα δεν τον αφήνεις.
Στο μαρτύριο του ανεξέλεγκτου, στην ανασφάλεια την εξευτελιστική, στην αγωνία των σπλάχνων και της αναπνοής,
το μόνο κέρδος:
η Γλύκα.
Η λιγωμένη γλύκα που και με το θάνατο αγοράζουνε όσοι θυμούνται πως την γεύτηκαν. Γι'αυτή σου λέω και μου λες.
Το μόνο κέρδος:
η Προσδοκία.
Η ζωοδότρα προσδοκία πως τώρα όμως θα συμβεί η Ένωση.
Πως τώρα όμως δεν θα είμαι άλλο μόνη.
Πώς σε μια βραδιά ένας άγνωστος ξένος γίνεται ό,τι πιο δικό σου έχεις;...


Μάρω Βαμβουνάκη - Τηλεφωνήματα και ενοχές

10.3.10

Τα Μαυρα Φεγγαρια του Ερωτα


"Δε θα ξανατσακωθουμε ποτε?
μα εγω τους θελω τους καυγαδες,αγαπητε μου,τους συνηθισα
και δε μπορω πια να κανω χωρις αυτους.
Δε θα μου ξανακανεις κακο?
Μα τι κακο θα μπορουσες να μου κανεις,
τωρα που εισαι ανικανος και ανισχυρος σαν μωρο?
Δε προκειται να με κανεις να σε λυπηθω με τις φτηνες σου κολακειες,
θυμαμαι πολυ καλα τις βρισιες που με ταιζες πριν απο ενα χρονο και τα θλιβερα σου γλειψιματα δε πιανουν σε μενα.
Δε θελω να ξεχασω ουτε εκατοστο απ το κακο που μου εκανες,
θελω να σκεφτομαι καθε λεξη που με πληγωσε,
θελω να ζησω φορτωμενη μ αυτη τη σιχαμερη βρωμια,
για να 'χω λογους να σε μισω καθε στιγμη.
Ειμαι αμορφωτη μα μη νομιζεις πως θα με ριξεις με τα σαλιαρικα καλοπιασματα σου.
Μια μερα καθε ανθρωπος βρισκει το δασκαλο του
που τον βαζει να πληρωσει
για το κακο που εκανε
Γιατι το κακο φερνει κακο στο φταιχτη.
Ησουν κιολας σκλαβος μου χωρις να το ξερεις ,
μου ανηκες οπως ο νικητης στα λαφυρα του."


Πασκαλ Μπρυκνερ

13.2.10

Adagio



Non so dove trovarti
Non so come cercarti
Ma sento una voce che
Nel vento parla di te
Quest’ anima senza cuore
Aspetta te
Adagio

Le notti senza stelle
I sogni senza pelle
Immagini del tuo viso
Che passano all’ improvviso
Mi fanno sperare ancora
Che ti trovero
Adagio

Chiudo gli occhi e vedo te
Trovo il cammino che
Mi porta via
Dall’ agonia
Sento battere in me
Questa musica che
Ho inventato per te

Se sai come trovarmi
Se sai dove certami
Abbracciami con la mente
Il sole mi sembra spento
Accendi il tuo nome in cielo
Dommi che ci sei
Quello che vorrei
Vivere in te

Il sole come sembra spento
Abbracciami con la mente
Smarrita senza di te
Dimmi chi sei e ci credero
Musica sei
Adagio