Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο Κόσμος των Ξωτικων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο Κόσμος των Ξωτικων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30.1.08

Οι Κρυφες Πυλες των Κοσμων

Σε ονειρο αντικρυσα το Χρυσο Δασος
Που κραταει τα Αινιγματα του Κοσμου
Και περπατησα πανω στο Κρυφο Μονοπατι
Εκει που οι αγνωστοι φιλοι
μεσα απο τις σκιες
Με οδηγησαν στις Πυλες του....

Amalthea of the Children of Twilight



Παλιες Ιστοριες λενε πως καποτε ο κοσμος των ξωτικων και ο κοσμος των ανθρωπων ηταν ενας κι αδιαιρετος, αλλα κατι συνεβει και χωριστηκε στα δυο, κι απο τοτε καθενας ζει στο δικο του κομματι του κοσμου.

Κι αν δε υπηρχαν εκεινα τα λιγοστα μονοπατια που συνδεουν αυτους τους δυο κοσμους ειναι πολυ πιθανο να μην ειχαμε τωρα ουτε τις μαγευτικες ιστοριες των ξωτικων ουτε και τα ιδια τα ξωτικα να τρεχουν περα-δωθε μεσα στους πυκνους ισκιους των δασων μας.Αν δεν υπηρχαν εκεινες οι ελαχιστες πορτες που συνδεουν αυτους τους δυο κοσμους, θα ειχαμε χασει το πιο γοητευτικο κομματι των ονειρων μας.

( Ξωτικα, Ναουμ Θεοδοσιαδης)

20.12.07

Τα Ξωτικά


Πάνω στο βουνό που φυσά τ’ αγέρι
Στη στενή κοιλάδα που είναι μαγική
Πια δε κυνηγάμε από φόβο μήπως
Στήσανε καρτέρι, άνθρωποι μικροί.
Μικρός λαός, καλός λαός,
Κοπάδι προχωράνε
Σακάκι πράσινο, σκουφάκι κόκκινο
άσπρο φτερό κουκουβάγιας φοράνε.



Κάτω από τις πετρες,στις ακτές
κάνουν τα σπιτάκια τους,
σαν τηγανιτές τραγανές
με αφρους θαλασσινούς.
Άλλοι αγαπούν τις καλαμιές
Της λίμνης στα βουνά τους,
Κι έχουν βατράχια ακοίμητους φρουρούς.



Και στεκει στην κορυφή του λόφου
Ο αρχαίος βασιλιάς στητός.
Μα είναι γερός κι ασπρομάλλης
Κοντεύει να χαθεί και αυτός.
Με μια άσπρη ομίχλη για γιοφύρι
o Columbkill ,τώρα περνά
και με αρχοντικό του βήμα
φτάνει στης Γης τα πέρατα.
Ή με τη μουσική ανεβαίνει
Τις κρύες έναστρες βραδιές
Με τη βασίλισσα να πιούνε
Στο Βόρειο Σέλας ,τις φωτιές.



Κλέψανε τη μικρούλα Brigitte
Για εφτά χρονάκια από τη γη,
Και όταν ξανά πίσω την πήγαν
Οι φίλοι της είχαν χαθεί.
Και απαλά την ξαναπήραν
Για εκεί που η νύχτα δε πατά
Κι όλοι νομίζανε για ύπνο
Τα κρύα ματιά τα κλειστά.
Και την προσμένουν να ξυπνήσει
Στη λίμνη μέσα στα βαθιά
Σ ένα κρεβάτι από κρίνα.
Όταν τελειώσουν τα όνειρα.



Στην τραχιά πλαγιά του λόφου
Μέσα εκεί στα βρύα,
Φύτεψαν δέντρο μ αγκάθια
Κι έκαναν αστεία.
Αν άνθρωπος τολμήσει
Το χέρι του ν απλώσει,
Θα βρει πως το κρεβατιού
Μ αγκάθια το αχούν στρώσει.



Πάνω στο βουνό που φυσά τ αγέρι
Στη στενή κοιλάδα που είναι μαγική
Πια δε κυνηγάμε από φόβο μήπως
Στήσανε καρτέρι, άνθρωποι μικροί.
Μικρός λαός, καλός λαός,
Κοπάδι προχωράνε
Σακάκι πράσινο, σκουφάκι κόκκινο,
άσπρο φτερό κουκουβάγιας φοράνε.


William Allingham